Wordle
.
Global
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
δοθεί
ρήμα
δοθεί
—
«δοθεί» = να έχει δοθεί/παραδοθεί κάτι (παθητικός αόριστος του «δίνω»).
Wiktionary →
Dictionary
verb
απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δίνομαι
γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δίνομαι
θα δοθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δίνομαι
Wiktionary — CC BY-SA 4.0
Appeared In
Daily Puzzle
#945 · 20 Ιανουαρίου 2024
Share
·
Archive
Discussion
No comments yet
Sign in to comment