WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

δοθεί

verb

δοθεί«δοθεί» = να έχει δοθεί/παραδοθεί κάτι (παθητικός αόριστος του «δίνω»).

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #945 · 20 Ιανουαρίου 2024
Κανένα σχόλιο ακόμα