Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΔΟΛΟΙ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
δόλοι
noun
δόλοι
—
Πληθυντικός του «δόλος»: απάτες ή τεχνάσματα με σκοπό την εξαπάτηση.
Βικιλεξικό →
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1522 · 19 Αυγούστου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις