ˈðon.di
Ετυμολογίαδόντι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δόντιον < ελληνιστική κοινή ὀδόντιον < υποκοριστικό για την αρχαία ελληνική ὀδούς (θέμα ὀδοντ- < πρωτοελληνική *odónts < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₃dónts (δόντι)
- καθένα από τα οστά της κοιλότητας του στόματος των ανθρώπων, αλλά και των θηλαστικών γενικότερα, τα οποία φυτρώνουν στις σιαγόνες και χρησιμεύουν κυρίως στον τεμαχισμό και το μάσημα της τροφής
- αιχμηρή και συνήθως σκληρή προεξοχή αντικειμένου, το οδόντωμα
“τα δόντια της χτένας”
“τα δόντια του γραναζιού”
- familiar, figurativelyτο μέσο άσκησης επιρροής
Τύποιδόντι(singular, nominative) · δόντια(nominative, plural) · δοντιού(genitive, singular) · δοντιών(genitive, plural) · δόντι(accusative, singular) · δόντια(accusative, plural) · δόντι(singular, vocative) · δόντια(vocative, plural) · δόντι(neuter)