WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

δόξης

noun

δόξηςΓενική ενικού της «δόξα»: φήμη, τιμή ή αναγνώριση που έχει κάποιος.

Daily Puzzle #653 · 3 Απριλίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα