Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΔΟΞΗΣ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
δόξης
noun
δόξης
—
Γενική ενικού της «δόξα»: φήμη, τιμή ή αναγνώριση που έχει κάποιος.
Λεξικό
Ετυμολογία
Δόξης < δόξα
name
ανδρικό όνομα
Τύποι
Δόξης
(masculine)
·
Δόξη
(feminine)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#653 · 3 Απριλίου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις