WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

δόξων

ουσιαστικό

δόξωνΓενική πληθυντικού της «δόξα»: της φήμης/αναγνώρισης ή της λαμπρότητας.

Daily Puzzle #540 · 11 Δεκεμβρίου 2022
·Archive
No comments yet