WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

δώρων

ουσιαστικό

δώρωνΓενική πληθυντικού του «δώρο»: των δώρων, δηλ. των δώρων/παρουσιών που προσφέρονται σε κάποιον.

Wiktionary →
Daily Puzzle #958 · 2 Φεβρουαρίου 2024
·Archive
No comments yet