ˈi.ðos
Ετυμολογίαείδος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εἶδος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *wéydos < *weyd- (βλέπω)
:* για την ταξινομία < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική species < λατινική species
:* για διάφορα αντικείμενα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή εἶδος & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική espèce
- η έννοια η οποία μπορεί να θεωρηθεί μέλος ενός ευρύτερου γένους
“Το θρανίο είναι ένα είδος επίπλου για σχολική χρήση· οι έννοιες "θρανίο" και "έπιπλο" έχουν μεταξύ τους τη σχέση είδους - γένους.”
- τα αντικείμενα που πωλούνται
“Στο κατάστημά μας θα βρείτε μεγάλη ποικιλία σε ηλεκτρικά είδη.”
- ταξινομική βαθμίδα κατώτερη του γένους
“Ο σημερινός άνθρωπος ανήκει στο είδος Homo Sapiens του γένους Homo της οικογένειας των Ανθρωπιδών”
“σημείωση: τα 'είδη και τα γένη γράφονται με πλάγια γράμματα, οι οικογένειες, με όρθια γράμματα.”
“διωνυμική ονοματολογία στη Βικιπαίδεια”
Τύποιείδος(singular, nominative) · είδη(nominative, plural) · είδους(genitive, singular) · ειδών(genitive, plural) · είδος(accusative, singular) · είδη(accusative, plural) · είδος(singular, vocative) · είδη(vocative, plural) · είδος(neuter)