ˈi.ne
Ετυμολογίαείναι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εἶναι
- η κατάσταση της ύπαρξης, το να υπάρχει κάποιος
- γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του είμαι
- γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του είμαι
Τύποιείναι(invariable, neuter)