WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

είχες

verb

είχεςΒ΄ ενικό παρατατικού του «έχω»: είχες κάτι στην κατοχή σου ή σε μια κατάσταση στο παρελθόν.

Duotrigordle Πλέγμα 32 #55 · 4 Ιουνίου 2026
Quordle Πλέγμα 2 #41 · 21 Μαΐου 2026
Daily Puzzle #1782 · 6 Μαΐου 2026
Daily Puzzle #1381 · 31 Μαρτίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα