Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΕΙΧΕΣ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
είχες
verb
είχες
—
Β΄ ενικό παρατατικού του «έχω»: είχες κάτι στην κατοχή σου ή σε μια κατάσταση στο παρελθόν.
Λεξικό
/ˈi.çes/
verb
form-of, imperfect, second-person, singular
second-person singular imperfect of έχω (écho): "you had"
Τύποι
eíches
(romanization)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Duotrigordle
Πλέγμα 32
#55 · 4 Ιουνίου 2026
Quordle
Πλέγμα 2
#41 · 21 Μαΐου 2026
Daily Puzzle
#1782 · 6 Μαΐου 2026
Daily Puzzle
#1381 · 31 Μαρτίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις