WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

εθνών

noun

εθνώνΓενική πληθυντικού του «έθνος»: των εθνών, δηλ. των λαών/κρατών.

Daily Puzzle #234 · 8 Φεβρουαρίου 2022
Κανένα σχόλιο ακόμα