eˈktos
Originεκτός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐκτὸς
- έξω από, μακριά από (τοπικό)
“ο κύριος διευθυντής βρίσκεται εκτός Αθηνών.”
- εξαιρουμένου +γενική, με εξαίρεση, εξαιρώντας, πέρα +από, πέραν +γενική
“ζήτα του ό,τι θέλεις εκτός από αυτό - εκτός του να βγει στη σύνταξη”
- επιπλέον +από/+γενική, πέρα +από, πέραν +γενική
“εκτός από τη μουσική, τι άλλο σου αρέσει;”
Formsεκτός(invariable, genitive) · από(invariable, genitive)