eˈle.ni
ΕτυμολογίαΕλένη < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική Ἑλένη < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *Swelenā / *swel-(h₂)-en-eh₂ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *swel- (φέγγω, λάμπω, καίω) → δείτε περισσότερα στο Ἑλένη
- η ωραία Ελένη: σύζυγος του Μενέλαου
- η αγία Ελένη: μητέρα του Κωνσταντίνου του Μεγάλου
- φυσικός δορυφόρος του πλανήτη Κρόνου
- rareγυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Ελένης
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Ελένης (ανδρικό επώνυμο)
ΤύποιΕλένη(singular, nominative) · Ελένες(nominative, plural) · Ελένης(genitive, singular) · Ελενών(genitive, plural, rare) · Ελένη(accusative, singular) · Ελένες(accusative, plural) · Ελένη(singular, vocative) · Ελένες(vocative, plural) · Ελένη(feminine) · Ελένη(invariable, feminine) · Eleni(transliteration, Latin) · Ελένη(masculine)
Πηγή: Βικιλεξικό