Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΕΛΑΤΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ελατό
ελατό
—
αιτιατική ενικού του ελατός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του ελατός
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ελατός
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1459 · 17 Ιουνίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις