WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

ενέχω

verb

ενέχωΈχω ευθύνη ή υποχρέωση για κάτι, ή εμπλέκομαι σε κάτι.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #674 · 24 Απριλίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα