Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΕΝΕΧΩ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ενέχω
verb
ενέχω
—
Έχω ευθύνη ή υποχρέωση για κάτι, ή εμπλέκομαι σε κάτι.
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
ενέχω < αρχαία ελληνική ἐνέχω
verb
formal
εμπεριέχω, έχω μέσα μου
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#674 · 24 Απριλίου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις