WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

ενόσω

ενόσωΣημαίνει «όσο/ενώ διαρκεί κάτι», δηλ. κατά τη διάρκεια που συμβαίνει κάτι άλλο.

Wiktionary →
Daily Puzzle #107 · 4 Οκτωβρίου 2021
·Archive
No comments yet