Wordle
.
Global
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ενώσω
ενώσω
—
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενώνω
Wiktionary →
Dictionary
verb
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενώνω
θα ενώσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ενώνω
Wiktionary — CC BY-SA 4.0
Appeared In
Daily Puzzle
#740 · 29 Ιουνίου 2023
Share
·
Archive
Discussion
No comments yet
Sign in to comment