WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

εορτή

noun

εορτήΓιορτή ή επίσημη ημέρα εορτασμού, συχνά με εκδηλώσεις και χαρά.

Wiktionary →
Daily Puzzle #1297 · 6 Ιανουαρίου 2025
·Archive
No comments yet