Wordle
.
Global
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ερίσω
ερίσω
—
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερίζω
Wiktionary →
Dictionary
verb
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερίζω
θα ερίσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ερίζω
Wiktionary — CC BY-SA 4.0
Appeared In
Daily Puzzle
#1188 · 19 Σεπτεμβρίου 2024
Share
·
Archive
Discussion
No comments yet
Sign in to comment