ΕτυμολογίαΕρατώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική Ἐρατώ < ἔρως
- μία από τις εννέα Μούσες, η προστάτιδα της ερωτικής, λυρικής ποίησης και των ύμνων
- γυναικείο όνομα
ΤύποιΕρατώ(singular, nominative) · Ερατώς(genitive, singular) · Ερατούς(genitive, singular) · Ερατώ(accusative, singular) · Ερατώ(singular, vocative) · Ερατώ(feminine)
Πηγή: Βικιλεξικό