Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΕΣΑΝΣ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
εσάνς
noun
εσάνς
—
η ουσία ή το βασικό νόημα/πυρήνας ενός πράγματος.
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
εσάνς < γαλλική essence
noun
συμπυκνωμένη αρωματική ουσία σε μορφή ελαίου ή σκόνης που χρησιμοποιείται στην παρασκευή αρωμάτων αλλά και γλυκισμάτων
Τύποι
εσάνς
(invariable, feminine)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1145 · 7 Αυγούστου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις
Μεταφράσεις
2
essence
French
esans
Turkish