WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

εσάνς

noun

εσάνςη ουσία ή το βασικό νόημα/πυρήνας ενός πράγματος.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #1145 · 7 Αυγούστου 2024
Κανένα σχόλιο ακόμα