WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

ευώδη

5 letters·Ελληνικά
adjective

ευώδηΠου έχει ευχάριστη, έντονη μυρωδιά· αρωματικός.

Daily Puzzle #39 · 28 Ιουλίου 2021
Κανένα σχόλιο ακόμα