WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

ευώδη

adjective

ευώδηΠου έχει ευχάριστη, έντονη μυρωδιά· αρωματικός.

Daily Puzzle #39 · 28 Ιουλίου 2021
·Archive
Κανένα σχόλιο ακόμα