Ετυμολογίαεύρος ουδέτερο < αρχαία ελληνική εὖρος < εὐρύς
- το πλάτος
- επιτρεπόμενες (ή υπαρκτές) τιμές εντός διαστήματος ακραίων (τιμών)
- figurativelyγκάμα (το σύνολο των) υπαρκτών ή δυνητικά υπαρκτών εναλλακτικών
“κανείς δεν γνωρίζει ακόμη το εύρος των αναμενόμενων αλλαγών”
“το εύρος των ακουσμάτων (μουσικών επιλογών) του είναι μεγάλο”
- νοτιοανατολικός άνεμος
Τύποιεύρος(singular, nominative) · εύρη(nominative, plural) · εύρους(genitive, singular) · ευρών(genitive, plural) · εύρος(accusative, singular) · εύρη(accusative, plural) · εύρος(singular, vocative) · εύρη(vocative, plural) · εύρος(neuter) · εύρος(masculine) · Εύρος(masculine)