WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

ζάλης

noun

ζάληςΖάλη: αίσθημα ιλίγγου ή αστάθειας, σαν να γυρίζει το κεφάλι.

Daily Puzzle #111 · 8 Οκτωβρίου 2021
Κανένα σχόλιο ακόμα