Ετυμολογίαζάρια < ζάρι στον πληθυντικό
- τυχερό παιχνίδι που παίζεται με ζάρια
- accusative, nominative, plural, vocativeονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζάρι
Τύποιζάρια(nominative, plural) · ζαριών(genitive, plural) · ζάρια(accusative, plural) · ζάρια(vocative, plural) · ζάρια(neuter)