Originζερβά < ζερβ(ός) + -ά
- αριστερά
- άτυχα, ανάποδα
“του ευχήθηκε να μην πάνε ξανά τα πράγματα στη ζωή του ζερβά, να μην τον βρουν αναποδιές”
- accusative, nominative, plural, vocativeονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζερβό
FormsΖερβά(feminine) · Ζερβάς(feminine) · Zerva(transliteration, Latin)