zoˈmos
Ετυμολογίαζωμός < αβέβαιης ετυμολογίας
- το θρεπτικό εκχύλισμα που παρασκευάζεται με το βράσιμο κρέατος ή ψαριού ή / και λαχανικών, πλούσιο σε αντίστοιχες ουσίες· μπορεί να χρησιμοποιηθεί και συμπυκνωμένος στο μαγείρεμα
“έβαλε στη σούπα δύο κύβους ζωμό κοτόπουλου”
“※ Το φαγητό ήταν υπέροχο, όπως και χτες. Ωμή σαλάτα, ο ζωμός από τα σιγοβρασμένα όσπρια κι από κάτω ο πολτός των οσπρίων, με καυτερή πιπερίτσα, ρίγανη κ.α. μυρωδικά. Με τόσο νόστιμα χορτοφαγικά γεύματ”
Τύποιζωμός(singular, nominative) · ζωμοί(nominative, plural) · ζωμού(genitive, singular) · ζωμών(genitive, plural) · ζωμό(accusative, singular) · ζωμούς(accusative, plural) · ζωμέ(singular, vocative) · ζωμοί(vocative, plural) · ζωμός(masculine)