Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΖΩΣΩΝ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ζωσών
verb
ζωσών
—
Μετοχή του «ζώνω»: που έχει δέσει/φορέσει ζώνη ή έχει ζωστεί κάτι γύρω από τη μέση.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#170 · 6 Δεκεμβρίου 2021
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις