Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΖΟΦΟΥ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ζόφου
ζόφου
—
γενική ενικού του ζόφος
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
Ζόφου < → λείπει η ετυμολογία
noun
genitive, singular
γενική ενικού του ζόφος
name
γυναικείο επώνυμο
Τύποι
ζόφου
(masculine)
·
Ζόφου
(feminine)
·
Zofou
(transliteration, Latin)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#236 · 10 Φεβρουαρίου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις