WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

ζώσας

5 letters·Ελληνικά
verb

ζώσαςΜετοχή του «ζώνω»: έχοντας δέσει/φορέσει ζώνη ή έχοντας ζωστεί κάτι γύρω από τη μέση.

Daily Puzzle #1621 · 26 Νοεμβρίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα