i.θiˈci
Ετυμολογίαηθική < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἠθική, ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου ἠθικός και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική morale
- σύνολο κανόνων και αξιών με τους οποίους ορίζεται τι επιτρέπεται, τι απαγορεύεται και τι οφείλουμε να κάνουμε στις σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους και στη σχέση μας με τη φύση, κανόνες συμπεριφοράς που επιβάλλει η κοινωνία
- η υποκειμενική αντίληψη κάποιου για ηθικά θέματα
“δεν μου επιτρέπει η ηθική μου, να κάνω τέτοιο πράγμα”
- κλάδος της φιλοσοφίας που ασχολείται με την κρίση, την αντίληψη και τις πράξεις των ανθρώπων σχετικά με τη διάκριση καλού και κακού, δίκαιου και άδικου
- συγκεκριμένη διδασκαλία ηθικής
“η χριστιανική ηθική, η κομφουκιανιστική ηθική”
- accusative, feminine, nominative, singular, vocativeονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηθικός
Τύποιηθική(singular, nominative) · ηθικές(nominative, plural) · ηθικής(genitive, singular) · ηθικών(genitive, plural) · ηθική(accusative, singular) · ηθικές(accusative, plural) · ηθική(singular, vocative) · ηθικές(vocative, plural) · ηθική(feminine)