WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

ηχείς

verb

ηχείς«ηχείς» = «ηχείς/ηχείς» (β΄ ενικό ενεστώτα του «ηχώ»): βγάζεις ήχο, αντηχείς.

Daily Puzzle #413 · 6 Αυγούστου 2022
Κανένα σχόλιο ακόμα