WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

θάπτε

verb

θάπτε«θάπτε» = (αυτός/αυτή/αυτό) θάβει· βάζει κάποιον/κάτι στο χώμα, κάνει ταφή.

Daily Puzzle #365 · 19 Ιουνίου 2022
Κανένα σχόλιο ακόμα