Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΘΆΨΑΝ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
θάψαν
5 letters
·
Ελληνικά
verb
θάψαν
—
Τρίτο πληθυντικό αορίστου του «θάβω»: έθαψαν, δηλ. έβαλαν κάτι/κάποιον στο χώμα (έκαναν ταφή).
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1473 · 1 Ιουλίου 2025
Previous word
#1472 · ήγαγα
Next word
#1474 · ηχείο
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις