WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

θέλξε

verb

θέλξε«Θέλξε» είναι ο αόριστος του «θέλγω» και σημαίνει «γοήτευσε/μάγεψε, τράβηξε έντονα το ενδιαφέρον».

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #944 · 19 Ιανουαρίου 2024
Κανένα σχόλιο ακόμα