OriginΘήβες < αρχαία ελληνική Θῆβαι • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
- πόλη της αρχαίας Αιγύπτου
- accusative, nominative, plural, vocativeονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του Θήβα
FormsΘήβες(nominative, plural) · Θηβών(genitive, plural) · Θήβες(accusative, plural) · Θήβες(vocative, plural) · Θήβες(feminine, plural-only) · Θήβες(feminine)
Source: Wiktionary — CC BY-SA 4.0