Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΘΙΞΟΥ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
θίξου
verb
θίξου
—
Μορφή του ρήματος «θίγω»: να αγγίξεις/πειράξεις κάτι ή να θίξεις ένα θέμα.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#640 · 21 Μαρτίου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις