Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΘΑΜΒΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
θαμβό
θαμβό
—
αιτιατική ενικού του θαμβός
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του θαμβός
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του θαμβός
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1550 · 16 Σεπτεμβρίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις