Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΘΑΦΘΩ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
θαφθώ
verb
θαφθώ
—
Θαφθώ: θα μπω στο χώμα, θα ταφώ (συνήθως για νεκρό).
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1244 · 14 Νοεμβρίου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις