Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΘΕΤΟΥ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
θετού
θετού
—
γενική ενικού του θετός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
genitive, singular
γενική ενικού του θετός
genitive, singular
γενική ενικού του θετό
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1206 · 7 Οκτωβρίου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις