Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΘΕΪΚΑ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
θεϊκά
adverb
θεϊκά
—
Επίρρημα που σημαίνει «πολύ καλά, υπέροχα».
Λεξικό
Ετυμολογία
θεϊκά < θεϊκός + -ά
adv
πολύ ωραία, υπέροχα
adj
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (θεϊκό) του θεϊκός
Τύποι
θεϊκά
(neuter)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#943 · 18 Ιανουαρίου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις