WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

θεϊκή

επίθετο

θεϊκήΠου ανήκει ή σχετίζεται με τον Θεό ή το θείο· θεϊκός/θεϊκή.

Wiktionary →
Daily Puzzle #1683 · 27 Ιανουαρίου 2026
·Archive
No comments yet