WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

θηλιά

noun

θηλιάΚόμπος ή βρόχος από σχοινί/κορδόνι που σφίγγει γύρω από κάτι, π.χ. στον λαιμό ή για δέσιμο.

Βικιλεξικό →
Duotrigordle Πλέγμα 21 #26 · 6 Μαΐου 2026
Duotrigordle Πλέγμα 11 #18 · 28 Απριλίου 2026
Sedecordle Πλέγμα 8 #7 · 17 Απριλίου 2026
Octordle Πλέγμα 5 #2 · 12 Απριλίου 2026
Daily Puzzle #1728 · 13 Μαρτίου 2026
Κανένα σχόλιο ακόμα