θiˈɾi.o
Originθηρίο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θηρί(ον) + ο-. Συγκρίνετε με το θεριό. → δείτε και τη λέξη θήρα.
- άγριο ζώο, μεγαλόσωμο
- figurativelyδυνατός, ανθεκτικός σα θηρίο
- figurativelyμεγαλόσωμος
- figurativelyάγριος, αιμοβόρος, σκληρός
- figurativelyπολύ ικανός
- datedτο Θηρίο, παλιά γραμμή τρένου που ... (Χρειάζεται επεξεργασία)
Formsθηρίο(singular, nominative) · θηρία(nominative, plural) · θηρίου(genitive, singular) · θηρίων(genitive, plural) · θηρίο(accusative, singular) · θηρία(accusative, plural) · θηρίο(singular, vocative) · θηρία(vocative, plural) · θηρίο(neuter)