WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

θλίψι

noun

θλίψιΣτενοχώρια ή ψυχική πίεση/δυσκολία που προκαλεί λύπη και άγχος.

Daily Puzzle #1189 · 20 Σεπτεμβρίου 2024
Κανένα σχόλιο ακόμα