Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΘΛΙΨΙ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
θλίψι
noun
θλίψι
—
Στενοχώρια ή ψυχική πίεση/δυσκολία που προκαλεί λύπη και άγχος.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1189 · 20 Σεπτεμβρίου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις