Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΘΟΛΟΥ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
θολού
θολού
—
γενική ενικού του θολός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
genitive, singular
γενική ενικού του θολός
genitive, singular
γενική ενικού του θολό
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#546 · 17 Δεκεμβρίου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις