θiˈmos
Ετυμολογίαθυμός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική θυμός (ψυχή, πνοή)
- το ισχυρό συναίσθημα δυσαρέσκειας ή και εχθρότητας απέναντι σε κάποιον ή κάτι που μας επηρεάζει αρνητικά και μπορεί να προκαλέσει έντονες και καμιά φορά βίαιες αντιδράσεις
“Είναι καλός κατά βάθος, αλλά παρεκτράπηκε πάνω στο θυμό του.”
“Άσε κάτω τους θυμούς κι έλα να μιλήσουμε λογικά.”
Τύποιθυμός(singular, nominative) · θυμοί(nominative, plural) · θυμού(genitive, singular) · θυμών(genitive, plural) · θυμό(accusative, singular) · θυμούς(accusative, plural) · θυμέ(singular, vocative) · θυμοί(vocative, plural) · θυμός(masculine) · Θυμός(singular, nominative) · Θυμοί(nominative, plural) · Θυμού(genitive, singular) · Θυμών(genitive, plural) · Θυμό(accusative, singular) · Θυμούς(accusative, plural) · Θυμέ(singular, vocative) · Θυμοί(vocative, plural) · Θυμός(masculine) · Thimos(transliteration, Latin)