ˈθo.los
Ετυμολογίαθόλος < κληρονομημένο από την ελληνιστική κοινή θόλος (αρσενικό) < αρχαία ελληνική θόλος (θηλυκό) Δε σχετίζεται με το επίθετο θολός
- κατασκευή με καμπύλο σχήμα για την κάλυψη ενός χώρου
- κάτι που έχει σχήμα που μοιάζει με θόλο
- ονομασία διαφόρων κοιλοτήτων σε όργανα ή μέρη του σώματος, όπως το στομάχι, το κρανίο (θόλος εγκεφαλικού κρανίου), η μήτρα
- αρχαίος τύπος κυκλικού κτηρίου με κωνική στέγη
“η Θόλος της Επιδαύρου”
“το Πρυτανείο της αρχαίας Αθήνας στεγαζόταν σ'ένα κυκλικό κτήριο της Αγοράς, τη Θόλο”
Τύποιθόλος(masculine) · θόλος(singular, nominative) · θόλοι(nominative, plural) · θόλου(genitive, singular) · θόλων(genitive, plural) · θόλο(accusative, singular) · θόλους(accusative, plural) · θόλε(singular, vocative) · θόλοι(vocative, plural) · θόλος(feminine)