WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

θύσει

adverb

θύσειΜε τη θέληση ή την πρόθεση κάποιου, επίτηδες.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #1328 · 6 Φεβρουαρίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα