Wordle
.
Global
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
θύσει
επίρρημα
θύσει
—
Με τη θέληση ή την πρόθεση κάποιου, επίτηδες.
Wiktionary →
Appeared In
Daily Puzzle
#1328 · 6 Φεβρουαρίου 2025
Share
·
Archive
Discussion
No comments yet
Sign in to comment
Dictionary
verb
απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θύω
γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θύω
θα θύσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος θύω
Wiktionary — CC BY-SA 4.0