Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΙΑΙΝΩ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ιαίνω
verb
ιαίνω
—
Ζεσταίνω ή θερμαίνω (συνήθως κάτι ή κάποιον).
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
ιαίνω < → λείπει η ετυμολογία
verb
γιατρεύω, θεραπεύω
υγιαίνω ή ιάθηκα
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#486 · 18 Οκτωβρίου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις