Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΙΔΩΘΩ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ιδωθώ
ιδωθώ
—
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλέπομαι
Wiktionary →
Λεξικό
verb
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλέπομαι
θα ιδωθώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βλέπομαι
Πηγή: Βικιλεξικό
Appeared In
Daily Puzzle
#166 · 2 Δεκεμβρίου 2021
Share
·
Archive
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις